Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Η ψηφιακή περιπέτεια του ΟΤΕ (Αυγή 23/08/2009 )

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΡΑΤΟΥΛΗ*

Η υπόθεση των ψηφιακών μετράει πλέον 32 χρόνια για τον ΟΤΕ. Το 1977 η τότε κυβέρνηση της Ν.Δ., κάτω από την πίεση των συνδικάτων και της αριστεράς, ίδρυσε την "Ελληνική Βιομηχalpha;νία Ηλεκτρονικών" (ΕΛΒΗΛ), ως θυγατρική του ΟΤΕ, με στόχο την εισαγωγή και παραγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας στην Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1981 διενεργήθηκε από την ΕΛΒΗΛ διεθνής ανοιχτός διαγωνισμός για την αγορά και εισαγωγή στην Ελλάδα της ψηφιακής τεχνολογίας. Συμμετείχαν οι 10 μεγαλύτερες στον κόσμο βιομηχανίες τηλεi;ικοινωνιακού υλικού. Η αξιολόγηση όμως του διαγωνισμού πάγωσε λόγω προεκλογικής περιόδου.

Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πάγωσε για άλλα 5 χρόνια τον διαγωνισμό της ΕΛΒΗΛ, παρότι η καθυστέρηση αυτή στοίχισε στον ΟΤΕ διαφυγόντα έσοδα πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών και είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα των υπηρεσιών του.

Τον Σεπτέμβρη του 1986, μετά από εισήγηση της Βάσως Παπανδρέου, ως υφυπουργού Βιομηχανίας, το Κυβερνητικό Συμβούλιο (ΚΥΣΥΜ) αποφάσισε την "επιλογή δύο συστημάτων ψηφιακών τηλεφωνικών κέντρων του AXE - 10 της Έρικσον και του EWSD της Siemens". Με την απόφαση αυτή η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε οριστικά ταφόπλακα στην ΕΛΒΗΛ ως δημόσια παραγωγική μονάδα σύγχρονου τηλεπικοινωνιακού υλικού και, ουσιαστικά, τη μετέτρεψε σε μεσάζοντα, που θα μοίραζε τις δουλειές του ΟΤΕ σε εγχώριες και πολυεθνικές ιδιωτικές εταιρείες οδηγώντας τον σε πλήρη τεχνολογική εξάρτηση απ' αυτές.

Στις 4 Μάρτη 1988, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ, στο οποίο προΐσταται ο περιβόητος για τον αυταρχισμό του και τη στενή σχέση του με τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου Θεοφάνης Τόμπρας, υλοποιώντας την κυβερνητική απόφαση, αποφάσισε να αναθέσει στη Siemens - Τηλεβιομηχανική και στην Ιντρακόμ την προμήθεια 84.000 ψηφιακών κυκλωμάτων και 20.000 ψηφιακών παροχών, δαπάνης 6,6 δισ. δραχμών. Σε εκτέλεση αυτής της απόφασης υπογράφονται με τις δύο εταιρείες οι «μητρικές» συμβάσεις 7170 και 7160/30.3.1988.

Ταυτόχρονα η Διοίκηση του ΟΤΕ με αυτές τις συμβάσεις ανέλαβε ισχυρές νομικές δεσμεύσεις έναντι των δύο αυτών εταιρειών να προμηθευτεί από αυτές όλα τα ψηφιακά που χρειαζόταν για την πενταετία 1989-1993 (1.190.000 παροχές και 120.000 κυκλώματα), ύψους δαπάνης περίπου 70 δισ. δρχ.

Σε εκτέλεση της παραπάνω συμβατικής δέσμευσης του ΟΤΕ, στις 19 Μάη 1989, ο Θεοφάνης Τόμπρας εισηγήθηκε στο Δ.Σ. του Οργανισμού την ανάθεση στις δύο εταιρείες 470.000 ψηφιακών, αξίας 32,5 δισ. δραχμών. Στην απόφαση διαφώνησαν και μειοψήφησαν οι δύο εκπρόσωποι των εργαζομένων στο Δ.Σ. του ΟΤΕ Δημήτρης Στρατούλης και Χριστόφορος Χριστοφορίδης, οι οποίοι κατήγγειλαν σε κοινή συνέντευξη τύπου ότι η διοίκηση του ΟΤΕ με αυτή την απόφασή της έδεσε ακόμα περισσότερο την επιχείρηση στο άρμα των Siemens και Ιντρακόμ, δέσμευε την κυβέρνηση που θα προέκυπτε από τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, οι τιμές που αγόραζε τα ψηφιακά ήταν υψηλότερες από τις ισχύουσες στη διεθνή αγορά και ότι οι δύο εταιρείες λειτούργησαν ως καρτέλ και μοιράστηκαν μεταξύ τους τη δουλειά.

Η ΟΜΕ-ΟΤΕ ξεκίνησε κινητοποιήσεις, ζητώντας να επανεξεταστεί αυτή η απόφαση μετά τις εκλογές. Συνδικαλιστές του ενιαίου τότε Συνασπισμού κατέλαβαν τα γραφεία της Διοίκησης του ΟΤΕ και δεν επέτρεψαν την υπογραφή των δύο νέων συμβάσεων. Μέσα σ' αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση, τρεις μόλις μέρες πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 1989, αναγκάστηκε να ζητήσει από τη διοίκηση του ΟΤΕ να αναβάλει για μετά τις εκλογές την υπογραφή αυτών των συμβάσεων.

Επί κυβέρνησης Τζαννετάκη, η νέα διοίκηση του ΟΤΕ, με πρόεδρο τον Τάσο Μήνη και διευθύνοντα σύμβουλο τον Κυριάκο Κιουλάφα, ανέθεσε σε τετραμελή επιτροπή του ΟΤΕ να εξετάσει το ζήτημα. Η επιτροπή κατέληξε σε πόρισμα για τους χειρισμούς της προηγούμενης διοίκησης του ΟΤΕ και το έστειλε αφενός στον εισαγγελέα και αφετέρου στη νέα διοίκηση του ΟΤΕ, για να το αξιοποιήσει είτε για το σπάσιμο είτε για στην επαναδιαπραγμάτευση των δύο συμβάσεων με τις Siemens και Ιντρακόμ.

Ταυτόχρονα οι νομικές υπηρεσίες του ΟΤΕ και 3 καθηγητές νομικών σχολών γνωμοδότησαν ότι, εάν ο ΟΤΕ σπάσει τις νομικές δεσμεύσεις που του είχαν επιβληθεί έναντι των δύο εταιρειών με τις «μητρικές» συμβάσεις 7160 και 7170 της προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, θα συρόταν από αυτές στα δικαστήρια και θα τους πλήρωνε αποζημιώσεις πολλών δισ. δρχ.

Κατόπιν αυτών των γεγονότων, η επιτροπή επαναδιαπραγμάτευσης, που εν τω μεταξύ είχε οριστεί, μετά από διαπραγματεύσεις με τις δύο εταιρείες πέτυχε βελτίωση των τιμών των ψηφιακών κατά 6 δισ. δρχ και κατέληξε σε πόρισμα.

Στη βάση αυτού του πορίσματος, η διοίκηση Μήνη - Κιουλάφα, στις 26 Γενάρη 1990, έστειλε ενημερωτικό σημείωμα στους τρεις πολιτικούς αρχηγούς (Μητσοτάκη, Παπανδρέου, Φλωράκη) και τον Ξενοφώντα Ζολώτα, πρωθυπουργό της Οικουμενικής Κυβέρνησης που είχε προκύψει από τις νέες εκλογές, στο οποίο επισημαινόταν ότι επιτεύχθηκε βελτίωση των συμβάσεων του Θ. Τόμπρα κατά 6 δισ. δραχμές (από 32,5 δισ. δρχ. σε 26,5 δισ. δρχ.). Παράλληλα, έθετε υπόψη τους προς απόφαση δύο εναλλακτικά σενάρια: Είτε να υπογραφούν οι βελτιωμένες κατά πολύ στις τιμές τους συμβάσεις, είτε αυτές να ακυρώνονταν και να προκηρυσσόταν ανοιχτός διαγωνισμός, με συνέπεια όμως, αφ' ενός, ατέρμονες δικαστικές διαμάχες με τις δύο εταιρείες και καταβολή μεγάλων αποζημιώσεων σε αυτές και, αφ' ετέρου, αδυναμία του Οργανισμού για δύο χρόνια να ικανοποιήσει το επενδυτικό του πρόγραμμα για την ψηφιακοποίηση του δικτύου του.

Οι πολιτικοί αρχηγοί και ο τότε πρωθυπουργός συμφώνησαν ότι ο ΟΤΕ πρέπει να προχωρήσει στην πρώτη λύση και το Δ.Σ. του Οργανισμού κατακύρωσε τις αναθεωρημένες συμβάσεις των 470.000 ψηφιακών. Ο Χαρίλαος Φλωράκης, όπως τοποθετήθηκε δημόσια ως εκπρόσωπος του τότε ενιαίου Συνασπισμού, έδωσε την έγκρισή του επειδή βελτιώθηκαν δραστικά οι τιμές, για να μην μπλέξει ο ΟΤΕ σε δικαστικές διαμάχες και αποζημιώσεις και για να μπορέσουν να ικανοποιηθούν χωρίς άλλες καθυστερήσεις οι πάνω από 1.000.000 εκκρεμείς αιτήσεις πολιτών για νέες τηλεφωνικές συνδέσεις.

Ταυτόχρονα ζήτησε αμέσως μετά την υπογραφή των βελτιωμένων συμβάσεων να αρχίσουν οι διαδικασίες, για να βρεθούν τρόποι να σπάσουν οι νομικές δεσμεύσεις του ΟΤΕ έναντι των δύο εταιρειών, ώστε να προκηρύσσονται ανοικτοί διαγωνισμοί για τις μελλοντικές ανάγκες του ΟΤΕ σε ψηφιακά.

Ο τότε υπουργός Γ. Κεφαλογιάννης, που είχε διαφωνήσει, ουδέποτε πραγματοποίησε την απειλή του για παραίτηση αλλά ούτε και επανέφερε το θέμα στο υπουργικό συμβούλιο της Οικουμενικής. Με ανακοίνωσή της η ΟΜΕ-ΟΤΕ εκτίμησε ως θετική την απόφαση αυτή θεωρώντας ότι στις υπάρχουσες συνθήκες ήταν η μόνη δυνατή λύση.

Εν συνεχεία οι διοικήσεις του ΟΤΕ με την έγκριση όλων των κυβερνήσεων της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ που ακολούθησαν δεν πραγματοποίησαν διαγωνισμούς αλλά έδιναν συστηματικά με απευθείας αναθέσεις όλες τις προμήθειες του ΟΤΕ σε ψηφιακά -και μετά το 1998 και των θυγατρικών του στα Βαλκάνια- στις δύο εταιρείες (Siemens και Ιντρακόμ) μέχρι και το 2006 που ολοκληρώθηκε η ψηφιακοποίηση του ΟΤΕ.

Η Siemens, όπως αποδείχτηκε πλέον και από τις καταθέσεις στη Γερμανική Δικαιοσύνη ανώτατων στελεχών της μητρικής εταιρείας αλλά και της θυγατρικής της στην Ελλάδα, διέθετε από το 1994 μέχρι το 2005 το 8% των ετησίων εσόδων της από τη χώρα μας για «λάδωμα» στελεχών υπουργείων και ΔΕΚΟ και επιπλέον το 2% για λάδωμα υπουργών και χρηματοδοτήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., για να της ανατίθενται σε διογκωμένες τιμές και σε αμφιλεγόμενη ποιότητα προμήθειες και έργα όχι μόνο του ΟΤΕ αλλά ολόκληρου του δημοσίου τομέα. «Μητέρα των μιζών» θεωρείται από τα στελέχη της Siemens η σύμβαση 8002, που αυτή υπέγραψε με τον ΟΤΕ το 1997 επί κυβέρνησης Σημίτη.

Οι μίζες αυτές, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ενσωματώθηκαν στις συμβάσεις της Siemens που πήραν δουλειές στη χώρα μας και τον τελικό λογαριασμό τον πλήρωσαν και τον πληρώνουν οι πολίτες είτε ως φορολογούμενοι είτε ως καταναλωτές και συνδρομητές των ΔΕΚΟ.

Επομένως η δήθεν σκληρή αντιπαράθεση Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ για τη Siemens είναι καθαρά υποκριτική, αφού πλέον έχει πλήρως αποκαλυφθεί ότι το σκάνδαλο είναι δικομματικό, ότι και οι δυο τους «λαδώθηκαν» από αυτή και δεν μπορεί να κρύψει τις βαρύτατες ευθύνες τους, που μετέτρεψαν τη χώρα μας σε φέουδο και διαφθορείο της Siemens.

Ο Συνασπισμός είχε καταγγείλει συστηματικά τις απευθείας αναθέσεις έργων του δημοσίου τομέα στη Siemens και σε άλλες εταιρείες, γιατί δεν γίνονταν ανοικτοί διαγωνισμοί, με αποτέλεσμα οι τιμές να είναι διογκωμένες, αφού δεν είχε προηγηθεί κοστολογικός έλεγχος, και η ποιότητα αμφίβολη, αφού δεν είχε γίνει σύγκριση με τα προϊόντα άλλης εταιρείας. Το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς σε αυτά τα ζητήματα είναι τόσο αυταπόδεικτο ώστε δεν έχουν τολμήσει να της το αμφισβητήσουν ούτε οι πιο σκληροί της πολιτικοί αντίπαλοι.

Με βάση τον νόμο 5227/1931 «περί μεσαζόντων», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, το δημόσιο μπορεί και πρέπει να ζητήσει να του δοθούν πίσω οι «μίζες» της Siemens από τους παραλήπτες τους και αυτά τα 110 εκατομμύρια ευρώ να τα διαθέσει για τους ανέργους. Με βάση τον ίδιο νόμο μπορεί και πρέπει να ζητηθεί η ακύρωση όλων των συμβάσεων που υπογράφηκαν το 1994-2005 από τον δημόσιο τομέα με τη Siemens και να απαιτηθούν από αυτή τα ποσά που εισέπραξε και αυτά τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ να διατεθούν σε κοινωνικές πολιτικές.

Δεν αρκεί όμως να επιστρέψουν στο δημόσιο τις μίζες όσοι τις πήραν ούτε μόνο να εφαρμοστούν οι προτάσεις που πολύ σωστά έχει υποβάλει επανειλημμένα ο ΣΥΡΙΖΑ για τη σύσταση στη Βουλή εξεταστικής επιτροπής και για την κατάργηση του μαύρου πολιτικού χρήματος. Χρειάζεται επιπλέον να ηττηθούν οι πολιτικές του δικομματισμού, που αποτελούν το φυτώριο σκανδάλων, και να ανοίξει ο δρόμος για μία άλλη προοδευτική πορεία της χώρας μας, στην οποία να πρωταγωνιστήσουν οι δυνάμεις της αριστεράς.

* Ο Δ. Στρατούλης είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ, πρώην εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Δ.Σ. του ΟΤΕ.

Διαβάστε περισσότερα...
 

blogger templates | Make Money Online